Μιλᾶτε τώρα
γιὰ τὸ ἀθῶο αἷμα, ποὺ ὡστόσο,
ὅταν ἔπρεπε,
δὲν τοῦ δώσατε μεγάλη σημασία
καὶ τὸ ξοδέψατε σὰν γνήσιοι χουβαρντάδες.
Θέλατε ἥρωες νὰ ἔχετε στὴν καβάντζα
τροφὴ γιὰ τὴ συνέχεια τοῦ μίσους,
δὲν καταλάβατε πὼς
γιὰ ὅλους μας ἀνοίγεται
ὁ ἴδιος τάφος.
Τὰ λέω αὐτὰ
καὶ μὲ πλακώνει μία λύπη
γιατὶ σεῖς δὲν ἀφήνετε τὸ μαχαίρι
σὲ ἡσυχία.
«Δὲν μὲ νογᾶτε ὅπου σᾶς ὁμιλῶ»
καὶ τὸ γνωρίζω. Κανέναν δὲ νογᾶτε ἐξὸν
ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ χαϊδεύει
τ’ αὐτιά σας μὲ λόγια, ποὺ θέλετε ν’ ἀκούσετε.
Ἐγὼ δὲν ἦμουνα γι’ αὐτὰ
«πῆγα μακρύτερα ἀπὸ τὴν παντοχή μου»,
εἶπα ἄλλους λόγους,
ὅπου ἔφεραν τρομάρα
καὶ μὲ κόψατε•
ἀπὸ τότε,
μαρτύρησα τῆς μάνας μου τὸ γάλα
κράτησα ὅμως μὲ ἐπιμονὴ
αὐτὸ τὸ μετερίζι.
*Από τη συλλογή «Το φράγμα της μνήμης», Εκδόσεις Οροπέδιο, 2017.
