Γιώργος Δυνέζης, Σαντιάγκο

Στην πόλη
που αντιγράφει το όνομά του
εκείνος έπληττε μέχρι θανάτου

σαν κάτι άλλο – παράλληλο
να ζούσε-

από τις εφημερίδες έκοβε
μικρά τετράγωνα κι έφτιαχνε βάρκες

έβγαζε τους φελλούς απ’ τα κρασιά
κι έμπηγε καρφίτσες – σαν μάταιες
απόπειρες βουντού-

τα καλοκαίρια ήταν σιδερογροθιές
στο στομάχι – τα φρούτα στο καλάθι
ζώσες απειλές

έφταιγε η κατασκευή του – είπαν

πρωτίστους τα ηττημένα του άλογα
η Περιπέτεια, οι Στόχοι – ξέρω…
πετάλωναν την ανία του-

δεν παίρνει τίποτα στα σοβαρά
-στα σοβαρά: δεν παίρνει τίποτα
από τον κόσμο

για τον Σαντιάγκο

οι μέρες σα μήνες περνούν
χωρίς τίποτα σημαντικό να του συμβαίνει’

είχε αγοράσει – θυμάμαι
ένα περίστροφο να παίζει
με έναν ασημένιο μύλο να γυρίζει

να γυρίζει –
κι έτσι όπως γυρίζει
κι αυτή η φάρσα από κάτω του

εκείνος πλήττει ως τον θάνατο

*Από τη συλλογή “Πεζός ως την επούλωση”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.

Leave a comment