Στην πόλη
που αντιγράφει το όνομά του
εκείνος έπληττε μέχρι θανάτου
σαν κάτι άλλο – παράλληλο
να ζούσε-
από τις εφημερίδες έκοβε
μικρά τετράγωνα κι έφτιαχνε βάρκες
έβγαζε τους φελλούς απ’ τα κρασιά
κι έμπηγε καρφίτσες – σαν μάταιες
απόπειρες βουντού-
τα καλοκαίρια ήταν σιδερογροθιές
στο στομάχι – τα φρούτα στο καλάθι
ζώσες απειλές
έφταιγε η κατασκευή του – είπαν
πρωτίστους τα ηττημένα του άλογα
η Περιπέτεια, οι Στόχοι – ξέρω…
πετάλωναν την ανία του-
δεν παίρνει τίποτα στα σοβαρά
-στα σοβαρά: δεν παίρνει τίποτα
από τον κόσμο
για τον Σαντιάγκο
οι μέρες σα μήνες περνούν
χωρίς τίποτα σημαντικό να του συμβαίνει’
είχε αγοράσει – θυμάμαι
ένα περίστροφο να παίζει
με έναν ασημένιο μύλο να γυρίζει
να γυρίζει –
κι έτσι όπως γυρίζει
κι αυτή η φάρσα από κάτω του
εκείνος πλήττει ως τον θάνατο
*Από τη συλλογή “Πεζός ως την επούλωση”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.
