Μη μου στερήσετε άλλο τη λευτεριά.
Μη μ’ αιχμαλωτίζετε άλλο
μες στο σίδερο και το ατσάλι.
Αλλιώς βυθίστε την καρδιά μου
στο πυρωμένο μολύβι και στη λάβα
κι εξαφανίστε με.
Δε θέλω άλλες φρούδες ελπίδες
κι απατηλές μελωδίες του έρωτα.
Όχι άλλα ηλιοβασιλέματα
Όχι άλλα κελαηδίσματα πουλιών
Όχι άλλα άγια σεντόνια
Ούτε άλλη γυναικεία σάρκα να δροσίζει
το μέτωπό μου —
Σκοτώστε με, πατήστε με, λιώστε με,
βυθίστε με στο χάος
κι ας μην ξαναγυρίσω σ’ αυτά εδώ τα μέρη —
Φύγαν τα φύλλα απ’ τα δέντρα,
έφυγαν όλα τα φώτα,
όλες οι μελωδίες της ψυχής μου —
κι όμως υπάρχει ο παράδεισος γιατί
τον θυμάμαι καλά
και σίγουρα θα τον ξαναβρώ
όταν θα μείνω ολομόναχος
ψάχνοντας για την αληθινή μου
οικογένεια όπως πάντα —
Ευτυχώς διατήρησα τα οράματά μου.
Σίγουρα κάποια στιγμή θα βγει ο ήλιος.
Η πιο σκοτεινή στιγμή είναι λίγο πριν ξημερώσει —
Είμαι τυχερός γιατί ζω αρχέγονα.
Ευτυχώς ήρθε επιτέλους.
Ήρθε η στιγμή της παράδοσης άνευ όρων —
Ήδη τρεμοπαίζει το φως της ποθητής αυγής
στα βλέφαρά μου —
Είμαι αιώνιος και το ξέρω —
Παίζω κι εγώ σαν παιδί που είμαι.
Φοβάσαι; Γιατί φοβάσαι;
Από εμένα δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα —
Είμαι ταξιδιώτης του Διαστήματος
και σ’ αγαπώ
και θα σε σώσω να το ξέρεις —
και θα βρεθούμε κάπου.
*Από τη συλλογή “γραφτά”, Εκδόσεις Απόπειρα, 1998.
