Luis García Montero, Δύο ποιήματα


ΑΠΑΓΓΕΛΛΟΝΤΑΣ ΠΕΤΡΑΡΧΗ

Ὅταν μένεις σιωπηλὴ

κι ἀποφασίζεις νὰ μοῦ χαρίσεις τὸ Παρίσι

ν’ ἀγοράσεις τὸν Πύργο τοῦ Ἄιφελ γιὰ ν’ ἁπλώσεις τὰ ροῦχα μου στὴν
περίπτωση ποὺ μὲ γδύσεις καὶ δὲν βρέχει.

Ὅταν ἐπιμένεις
νὰ κεντήσεις τὶς Μενίνας τοῦ Πικάσο

πάνω σὲ ὅλα τὰ σεντόνια τῆς Οὐάσιγκτον

ἢ νὰ ταξιδέψεις ὣς τὴ Ρώμη σὰν κάποιον ποὺ ἀναζητᾶ ἕνα τσίρκο, σὰν
κάποιον ποὺ πατάει στὴ γῆ μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια
ἔχοντας συνείδηση πὼς εἶναι εὐτυχὴς καὶ εἶναι μεθυσμένος.

Ὅταν μοῦ μιλᾶς γιὰ ἀγάπη

καὶ φωνάζεις πὼς δὲν ἔχουν σημασία τὸ φῶς οὔτε τὰ ρολόγια

ὅτι εἶναι νύχτα καὶ πὼς δὲν σκέφτεσαι νὰ σηκωθεῖς·
τότε

ἐγὼ σοῦ λέω πὼς εἶσαι τρελὴ καὶ μοῦ ἀπαντᾶς

ἀπαγγέλλοντας Πετράρχη ἀπὸ μνήμης.

***

ΕΝΤΕΛΩΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Ἀπὸ τὰ ἀπορρυπαντικὰ καὶ τὰ πλυντήρια πιάτων

ἀπὸ τὰ τακτοποιημένα βιβλία καὶ τὴ σκούπα στὸ πάτωμα ἀπὸ τὰ καθαρὰ
τζάμια, ἀπ’ τὸ τραπέζι

χωρὶς χαρτιά, χωρὶς τετράδια ἢ στυλό,

ἀπὸ τὶς πολυθρόνες χωρὶς ἐφημερίδες,

ὅποιος ἔρχεται σπίτι μου

μπορεῖ νὰ βρεῖ μιὰ μέρα

ἐντελῶς Παρασκευή.

Ὅπως ἐγὼ τὴ συναντῶ

ὅταν βγαίνω στὸ δρόμο

καὶ εἶναι ὁ καθεδρικὸς

κατειλημμένος ἀπ’ τὸν κόσμο τῶν ζωντανῶν καὶ στὸ σουπερμάρκετ

τὸν Ἰούνιο παρασκευάζονται μπουκάλια μὲ τζίν, ἀλλαντικὰ καὶ γλυκό,

βεντάλια ἀπὸ φῶς στὸ περίπτερο

τοῦ ἀνθοπωλείου,
πόλη ποὺ ξεγυμνώνεται ἐντελῶς Παρασκευή.

Ἔτσι τὸ σῶμα μου

ποὺ μνημονεύει τὸ σῶμα σου

καὶ σὲ ἀναπαριστᾶ

στὴν ἀνησυχία ἀπὸ κάθε τι ποὺ ἀγγίζει στὸ τηλεχειριστήριο τῆς μουσικῆς, στὸ
χαρτὶ τοῦ περιοδικοῦ,

στὸν λιωμένο πάγο

ὅπως ἀκριβῶς λιώνει ἕνα πρωινὸ ἐντελῶς Παρασκευή.

Ὅταν ἀνοίγει ἡ πόρτα τοῦ δρόμου,

τὸ ψυγεῖο μαντεύει αὐτὸ ποὺ γνώρισε τὸ σῶμα μου καὶ προτείνει ἄλλους
τίτλους γι’ αὐτὸ τὸ ποίημα: ἐντελῶς ἐσύ,

πρωινό τῆς ἐπιστροφῆς, ἡ ὡραία ἀγάπη,

ἡ καλὴ συντροφιά.

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Νέο Επίπεδο”, τεύχος 43/2, Νοέμβριος 2014.
**Μετάφραση: Virginia López Recio.

Leave a comment