Μαρία Ξενουδάκη, Ποιήματα

Σημαδεμένη βαδίζω
σαν τράπουλα σε χέρια επιδέξιου χαρτοκλέφτη.
Με δείχνουν
λες κι αυτό είναι ντροπή
και η χιτλερική σημαία ανακλαδίζεται σαν γυναίκα
Με τον “παρθενικό υμένα της” κομμάτια.
Φτύνω. Φτύνω. Φτύνω

***

Τα φέρετρα μαζεύτηκαν έξω από το σπίτι,
τα ομοιώματά μας μετράνε,
της μάνας μου το κλάμα,
του σκύλου μου το γαύγισμα.
Τριζάτα χαμόγελα αφιερώνω σ΄αυτούς.
Έξω, έξω απ’ την ψυχή μου αλήτες.
Τα φέρετρα, η μάνα μου, ο σκύλος μου κι εγώ!

***

ΜΑΤΑΙΑ

Μια-μια άσεμνα περνούν οι ώρες,
τυλιγμένες σε ξεσκισμένες σάρκες,
τραπεζομάντηλα γεμάτα ψίχουλα,
άδεια μουκάλια μπίρα
και τα δάκρυά μου γίναν απόηχος σαρκαστικός.
Έξω οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα
το μονότονο ήχο τους
ανθρώπου αυτί δεν τις ακούει.

***

Κάθομαι στο γραφείο και κοιτώ
τα μαύρα πλαίσια των φωτογραφιών.
Πένθιμα, όλα πένθιμα.
Εγώ τα ‘χω διαλέξει.

Ι

Τα φερετροποιεία στη σειρά
περιμένουν να θάψουν και τα τελευταία κοιτάσματα
ανθρώπινου είδους.

ΙΙ

Άγρια η μοναξιά, δένεται βρόγχος,
ετοιμόρρπος ο Κάφκα γκρεμίζεται.
Όσο αντέξεις φίλε.
Όσο

*Από τη συλλογή “Πέμπτη διάσταση”, εκδ. Γνώση, 1984.

Leave a comment