Του Αλεξέι Τολστόι
Κατεβαίνει ο ήλιος πίσω από τις στέπες,
στο βάθος χρυσίζει το γρασίδι,
των κατάδικων οι ηχηρές αλυσίδες
σηκώνουν τη σκόνη του δρόμου.
Ding – bong, Ding – Bong –
Άκουσα τον ήχο των αλυσίδων,
Ding – bong, Ding – bong,
Ένα μακρινός δρόμος στην Σιβηρία.
Ding – bong, Ding – bong,
Μπορείτε να ακούσετε εδώ και εκεί:
Οι σύντροφοί μας
Βρίσκονται στη φυλακή.
Περπατούν με ξυρισμένα τα κεφάλια,
προχωράνε μπροστά με βαριά βήματα
συνοφρυωμένοι,στην καρδιά τους
ο διαλογισμός έγειρε.
Πηγαίνουν μαζί τους οι μακριές σκιές,
δυο άλογα την άμαξα τραβάνε νωχελικά
λυγίζουν τα γόνατα,η συνοδεία αλόγων
μαζί τους προχωράει.
«Ελάτε, αδέλφια μου, ας μακρύνουμε το τραγούδι,
ας ξεχάσουμε αυτό το τρομερό κακοπάθημα!
Είναι φανερό τέτοια αντιξοότητα
είναι γραμμένη για μας!”
Και τους οδήγησαν, τους κρέμασαν και αυτοί τραγουδούσανε,
πέφτοντας στου Βόλγα τη μεγάλη έκταση,
για το δώρο των ημερών του παρελθόντος.
Τραγουδάνε για τις ελεύθερες στέπες,
για την ανήμερη ελευθερία.
Η μέρα θα απαλύνει τον πόνο,
και οι αλυσίδες όλο σκουπίζουνε τους δρόμους.
