Ανάμεσα σε μένα
και τη σκάλα του ουρανού
το φως μετρά
μέρες και νύχτες.
Το πιάτο με τα κεράσια
αδειάζει,
ίσως γεμίσει νερό
να ποτίσω τη γλάστρα –
καθώς άρωμα βασιλικού
το γιασεμί ερωτεύεται
σύννεφο
σκιάζει το πρόσωπο
ακολουθεί το φεγγάρι
σε βήμα νυχτερινό.
Ο Ιούλης πυροδοτεί
τα κύτταρα
ανασαίνουν παραμύθια
που τραγουδούσαν
οι αύρες θερινού μεσημεριού.
Δεν αποσώνεται
η θύμηση
μόνο πληρώνει με όνειρα
τον βαρκάρη –
σφαλίζει τα χέρια
σε χωνί
και μου μηνάει:
Για σε η σκάλα
έχει ήδη σκαλιά
πενήντα εφτά –
Βλέπεις είναι
στολισμένη άνθη –
