
Τα μάτια προσπαθούν να χωρέσουν τα σφραγισμένα σώματά μας. Μεγαλώνουν και πρήζονται κι αλληθωρίζουνε και συντρίβονται στο πρώτο, τυχαίο, νεκρό τοπίο και προσεύχονται να τον χωρέσουν ολάκερο τον κόσμο, να μην μείνει κάτι, οτιδήποτε, που τα χείλη θα αναγκαστούν να ψελλίσουν και τα χέρια ν’ αγγίξουν κι η φωτιά ανάμεσα στα σκέλια να κατασπαράξει. Έτσι κοιταζόμαστε και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι είναι αυτό που ο καθένας μας αντικρίζει στα μάτια του άλλου ή στα μάτια τα δικά του, στο φως ή στο σκοτάδι, στο πόνο ή στην χαρά. Στην ζωή ή στον θάνατο.