Μαρία Κούρση, Κ.Κ.

Μια λάμπα ιστορούσε τα περασμένα
Πεταμένα.

Ποτέ δεν άκουσα βήματα. Και τα παπούτσια
που κοιτούσαν το παράθυρο ήταν καινούργια.

Ένα θρόισμα ρούχων και σκόνης
Δεν έφευγαν

Φιγούρες φωσφόριζαν τυχαία μέλη
Αιφνίδια κομμένα

Ολόκληρα θα εξαπατούσαν
Καθόταν κίτρινο παντού.

Το σπίτι πουλήθηκε ξαφνικά.
Γρήγορα γέμισε γλαστράκια
Σκούπες, πετσετάκια.

Η σκόνη πετάχτηκε μαζί
και τα παπούτσια.

Αντρικά ήταν. Επίδοξα παιδάκια
τσαλαβουτούν τα πόδια τους.

Και τα πονάνε.

(Αθήνα, 1958)

Leave a comment