ΔΕΝ κράτησε πολύ τούτη η αναμονή με τους αραδιασμένους
ουρανούς να φουμέρνουν το απολλώνιο φως
και το ξερό κλαδί μιας ανϊσκιωτης πέτρας.
Η θύελλα έχει το δικό της βάλσαμο,
η βίγλα το δικό της άχτι
και γίνηκε
ταξίδι αγκαλιαστά της άπνοιας,
και γίνηκαν
τα χαμόγελα απάγγιο στις περδικότσιχλες,
νάμα αζήτητον στη κάψα.
Εκεί,
με τα μαραγκιασμένα ανθόστηλα
φτάναμε στου μεσούρανου το ξεροστάλιασμα
ολάκερο τον όλβο.
Σχισμένα κασκέτα απόσερναν σιωπηλά
το φεγγοβόλο διάδημα,
εγκάτινο λαμποκόπημα του μετώπου.
Ας αποθέσω το λάφυρο της δόξας
στο πρωτόστεμμα της νίκης,
στη φυλαγμένη της αγάπης αμάτωτη θωριά.
Ερυθρό πλάνεμα νιόφαντων ονείρών,
πολεμίστρα διάφανη, μισιτή σφήκα
του αυγινού κλωναριού
σού ‘στειλαν μεθίβγαλτους κόπους,
ασίτευτους καρπούς χρόνων.
Έστειλες γιορτές σε μεγαλωμένους τοίχους,
θράκα στην παγωνιά των βωμών,
σού ‘στειλαν δυο ανέμους, δυο πανιά,
κράτησες τον ένα να τον κάνεις θύελλα
στα ξερά κλαδιά.
Τον άλλο τον γύρισες στην αναμονή μιας Άνοιξης,
που θά ρθει πάλι από σένα.
*Από τη συλλογή “Επί Γης Ειρήνη”, εκδόσεις “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983.
