Τάκης Κουφόπουλος, Επιστροφή

Και ήρθε η στιγμή
όπως πάντα.

Η μέρα τράβηξε τα στήθια της
μια γκρίζα γραμμή στον ορίζοντα
και γύρισα.

Γρήγορο ράβδισμα της μνήμης
-άσαρκα ομίχλινα ερπετά-
γρήγορη θέση
γρήγορη ώθηση
κι είδα
τ’ αρχαία μονοπάτια
τ’ αρχαία πτώματα.

Είμαι μπροστά δυό χρόνια πίσω.

Τό πόμολο ήρθε στό χέρι μου
η πόρτα με κατάπιε
και νάμαι
πρώτος του χορού
αναστενάρης άγιαστος
στην κρύα στάχτη
πιασμένος στο φτερό μιας νυχτερίδας
που σκούζει.

Ο κισσός είναι στή θέση του
το σκυλί αγέραστο
κι ο σκοπός στ’ οργανέτο του.
Μιά ακρίδα κάθισε στήν άκρη του ματιού
έξυσε την κοιλιά της
κι απολιθώθηκε.
Ακίνητες γραμμές
ακίνητη σιωπή κι
οσμή κοπριάς.

Όπως πάντα
Όπως πάντα

Κομμάτι πάγος στήν πυρωμένη άσφαλτο
που λιώνει
κι εξατμίζεται.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα 1942-1946”.

Leave a comment