Στην πλατεία σύντοιχα
σέρνεται και πάλι μιά Σκιά.
Ψηλή
με πετρωμένη χούφτα.
Οι μυροφόρες χωνεμένες στους αιώνες
χαμογελούν πικρά.
Αγκαλιασμένες με καρφιά
κι ερωτευμένες μ΄ ένα ξόδι που γλυστρά
στο ψύχος της συνήθειας.
Γυμνές από εγκώμια
μ΄ αυθεντικές στον πόνο.
Εκεί στο τέλος της πομπής
η Μάνα.
Στον κόρφο της βαθιά θρηνεί
ζεστός κι απορημένος
ο αληθινά Εσταυρωμένος εαυτός μας.
