Στον Joseph Cornell
Εξάεδρα από ξύλο και γυαλί
μόλις μεγαλύτερα από ένα κουτί παπουτσιών
Σ’ αυτά χωρά η νύχτα και τα φώτα της.
Μνημεία σε κάθε στιγμή
καμωμένα απ’ τ’ αποκόμματα κάθε στιγμής:
κλουβιά του άπειρου.
Μάρμαρα, κουμπιά, δαχτυλήθρες, κύβοι
καρφίτσες, γραμματόσημα και χάντρες γυάλινες:
παραμύθια του χρόνου.
Μνήμη υφαίνει και ξεϋφαίνει την ηχώ:
στις τέσσερις γωνιές του κουτιού
παίζουν κρυφτό κυρίες δίχως ίσκιο.
Η φωτιά βαμμένη στον καθρέφτη,
το νερό κοιμισμένο στον αχάτη:
Σόλι της Jenny Lind και της Jenny Colon.
«Ένας πίνακας πρέπει να γίνεται», είπε ό Ντεγκά,
«όπως γίνεται ένα φονικό». “Όμως εσύ κατασκεύασες
κουτιά όπου τα πράγματα δραπετεύουνε
απ’ τα ονόματά τους.
Slot machine οραμάτων
δοχείο συνάντησης των αναμνήσεων
ξενοδοχείο γρύλλων και αστερισμών.
Θραύσματα μικρότατα, άσχετα:
αντίθετα απ’ την Ιστορία, τη δημιουργό ερειπίων,
εσύ έφτιαξες με τα ερείπιά σου δημιουργίες.
Θέατρο των πνευμάτων:
τ’ αντικείμενα παίζουν αμάδες
με τους νόμους της ταυτότητας.
Οι οπτασίες είναι χειροπιαστές.
Τα σώματά τους ζυγίζουν λιγότερο κι από το φως.
Διαρκούν όσο διαρκεί και τούτη ή φράση
Grand Hotel Couronne: σε μια φιάλη
το τρία σπαθί, και, όλη μάτια,
η Αμυγδαλίτσα στους κήπους μιας αντανάκλασης.
Μια χτένα είναι μια άρπα
κρουσμένη απ’ τη ματιά μιας μικρούλας
βουβής εκ γενετής
‘Ο προβολέας τού πνευματικού ματιού
σκορπίζει το θέαμα:
θεός μοναχικός πάνω σ’ έναν κόσμο που έχει εκλείψει.
Joseph Cornell: στο εσωτερικό των κουτιών σου
τα λόγια μου έγιναν ορατά για μια στιγμή.
Cambridge, Μασαχουσέτη, στις 12 Γενάρη του 1974
*Από το βιβλίο «Οκτάβιο Πας – Ποιήματα», εκδ. Ηριδανός, Οκτώβριος 1986. Μετάφραση: Μάγια Μαρία Ρούσσου.
