Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

ΑΛΙΜΟΝΟ ΜΟΥ

Τραυματισμένος βαριά
υποκρίνομαι τον αλώβητο
γέφυρες τεχνητές καλύπτουν τα κενά μου.

Επινοώ πρόσωπα
αναγραμματίζω ονόματα
αλλάζω αίματα κι αισθήσεις

άλαλος περιφέρομαι
και καίγομαι σαν φιλμ
κάτω απ’ τις αφίσες.

Κάθε μεσάνυχτα
καθώς χαμηλώνουν τ’ άστρα
και σπαρταρούν στα σύρματα

βουτώ σ’ ό,τι έχτισα και το ‘καψα
μετά βαθιά χώνομαι στη σπηλιά μου
καθώς σε ξεφυλλίζω

κι όλο αφήνομαι σε διαδρομές εικονικές
σ’ αποβάθρες και θάλασσες μιας παλιάς καρτ ποστάλ
μιας παλιάς εποχής
ενός παλιού εαυτού
μιας παλιάς ζωής που έχω ξεχάσει
και την άφησα

κι αλίμονο μου αν ποτέ
αρχίσω να την ανακρίνω.

***

ΑΛΛΟ ΠΡΑΓΜΑ ΑΥΤΟΣ Ο ΔΥΝΑΤΟΣ ΒΟΡΙΑΣ

Δε λέει να ησυχάσει κι απόψε ο βοριάς

καλπάζει στα ορεινά
πάνω στην άρρωστη θάλασσα
μέσα στην πόλη

πηδά στα φουγάρα
μπλέκεται με τα τρόλεϋ
και τα δέντρα με τους κομμένους λαιμούς

στροβιλίζεται στα γραφεία
λοξοδρομεί προς τα γήπεδα
σέρνοντας κίτρινες στιγμές
κι αραχνιασμένα βιβλία.

Άλλο πράγμα αυτός ο δυνατός βοριάς
έτσι που εισβάλλει στα δωμάτια του νου
ξερνώντας καημούς γενέθλιους
χτυποκάρδια
συναπαντήματα σπάραχνα

και μας γδύνει αδίστακτα
μας αφήνει θεόγυμνους

όχι άλλο κάρβουνο φωνάζοντας
όχι άλλο κάρβουνο

μα ποιος να τον ακούσει.

*Από τη συλλογή “Απ’ το χιόνι ώς το βαθύ κόκκινο”, εκδ. Πνοές Λόγου και Τέχνης, 2018.

Leave a comment