Δεν με είδες όταν σκότωνα
μια κιθάρα με τα χέρια,
έπαιζα με τις φλέβες κι
έδενα τον κύκνο από τα πόδια,
με τον ήλιο στη μασχάλη σαν
καπέλο, δεν περπάτησα αρκετά∙
με μια γομολάστιχα έσβηνα
πίσω μου το δρόμο, τον ασβέστη
από τον τοίχο: να πέφτει βροχή
στο δωμάτιο, να ξύνω τη σάρκα
και να βρέχει στο στήθος τ’ αμίλητα
χείλη σου, τα φουστάνια
– λιβάδια ηλεκτρικά να με χτυπάνε -
πίσω απ’ τις κουρτίνες, κανείς
δεν μας είδε όταν
σφάζαμε ο ένας τον άλλον.
ο ο ο
Είδα το κόκκινο, στο κίτρινο να κάθεται
ακίνητο όπως μια πασχαλίτσα κάθεται
στο φύλλο, όπως τα χέρια μου στα
παγωμένα κάγκελα της βεράντας∙
με το κόκκινο είμαι, το κίτρινο μου
φέρνει πυρετό: απ’ την Ομόνοια στη
Λιοσίων, μη ξεβάψει το δέρμα μου
στο πίσω κάθισμα καθώς θα αφήνω
σαν στάμπα την τελευταία μου ανάσα,
να θυμηθώ πως ήμουνα παρόν όταν
σκοτώνανε τον Ζακ στο πεζοδρόμιο.
