Τζίμης Ευθυμίου, Τρία ποιήματα

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΠΑΝΙΕΡΑ

Με το Χρόνο συναντιόμαστε σπανίως
Στο δρόμο ή αλλού
Βεβαίως κάνουμε πως δεν ξέρουμε
ο ένας τον άλλο
καθώς όλοι μας οι εαυτοί
κοιτάνε προς τα δω
Φυσικά με κοροϊδεύει σταθερά
Χτες κοιμήθηκα τόση ώρα
που είδα τα ίδια όνειρα σ’ επανάληψη
Βεβαίως τον εγκλωβίζω όπου μπορώ,
ακόμα και σ’ αυτά εδώ τα ποιήματα
που μουσκεύουν στη μπανιέρα
ενώ η καλή μου κάνει αφρόλουτρο
και να, μέσα της
εισχωρώ όπως σε
τούνελ
Τόσο μέσα,
που ήδη βλέπω
τον απέραντο ανοιχτό
στο βάθος δρόμο.

Την Εθνική οδό.

***

Η ΩΡΑ

Την ώρα που οι Βουργουνδιανοί χαρωπά
Βγαίνουν να κυνηγήσουν σαλιγκάρια
Και παίζουν αναγεννησιακές ορχήστρες
Κόρνα και τρόμπες και δοξάρια
Την ώρα που του έρωτα η τρέλα χτυπάει στο ταβάνι
Την ώρα που φτάνει στο λιμάνι η φρεγάτα
Κι οι ανεπίλεκτοι μαζεύονται στα καφενεία
Με ύφος χιλίων καναρινίων
Εκεί που ανατέλλει σε κάμπους
από ράχες βουβαλιών
Πορτοκαλί,
Την ώρα που ανοίγεις τα μάτια σου
Η ώρα που δε θέλεις ν’ αλλάξει.
Την ώρα που ξυπνάνε τα ελατήρια
κι αλλάζουν οι γυναίκες
αι γίνεσαι άμμος στην κλεψύδρα
Και ο ήλιος στη θάλασσα
Άγγελοι σε ψαροταβέρνα
Που όλα εκεί ζωγραφίζουν
Η ταβερνιάρισσα, τα όστρακα, η φέτα
Σαγανάκι, η ατέλειωτη παραλία
Με τις γραμμές του χρόνου πάνω της
γιατί είναι Άνοιξη
την ώρα
Που οι Βουργουνδιανοί, χαρωπά
Βγαίνουν να κυνηγήσουν σαλιγκάρια.

***

ΘΑ

Θα ξεκινούσα μια επανάσταση
αλλά ξέρω ότι θα πέσει πρώτα
στο κεφάλι μου
Ή θα ‘φτιαχνα μια θρησκεία
Αλλά πάλι, εμένα θα σταυρώναν πρώτο
Ό,τι κι αν κάνεις
ο Επιτάφιος θα περνάει
έξω απ’ την πόρτα σου.
Μπροστά μπροστά οι διώκτες σου
Αυτοί που σε εξόρισαν να λεν
την Παρουσία σου
Αυτοί που σε κεράσαν κώνειο
τις ιδέες σου
Κι εκείνοι που σε κρέμασαν
να εξουσιάζουν στ’ όνομά σου
Θα ’φτιαχνα αν μπορούσα μόνο
μια σκιά τόσο φωτεινή
που να μη κλέβεται

*Από τη συλλογή “τί αγνοεί ο ποιητής;”, εκδόσεις Φαρφουλάς.

Leave a comment