1.
Όλα συμβαίνουν πρώτα στο μυαλό μας
Οι εκστρατείες οι πολιορκίες οι ανακωχές
Τα γκρεμισμένα τείχη
Οι διομολογήσεις με προαιώνιους εχθρούς
Οι ομηρικοί τσακωμοί με τους έμπιστους φίλους
Για τα μάτια [•εδώ σκέφτηκα να γράψω-
Αλλά διστάζω
Καθώς πολλοί από σας
Αποδοκιμάζετε τις λέξεις –
Για τα στητά βυζιά με τις μεγάλες ρώγες
Που θέλουν να τρυπήσουν
Το εφαρμοστό ημιδιάφανο ύφασμα
Σαν αιχμές μυτερές σε υψωμένα δοξάρια•]
Τής πιο ωραίας που αέρινη τρυπώνει ανάμεσά μας
Κάνοντας άνω κάτω τη συντροφιά των τεσσάρων
Την ώρα που παίζουμε ζάρια και μετά χαρτιά
Μήπως σκοτώσουμε
Την ανία ενός βαρετού απογεύματος
Από τα δεκάδες αμέτρητα τού ερμητικού χειμώνα•
Θα περάσουν αιώνες νομίζω
Έως να γίνει συνείδηση
Ίσως μέχρι κι αυτή
Η ματαιότητα τού γραψίματος
Μέσα στο χρόνο που κυλάει
Η αίσθηση ότι ώρες ώρες γράφω
Λες και δεν υπάρχει
Κάπου εκεί μπροστά
Τίποτα να περιμένει•μόνο
Αυτή η ξανθιά που καμαρώνει
Σαν αρχαία θεότητα
Ανάμεσα σε τέσσερις θνητούς και ηλίθιους
Που χάνουν στην τύχη όλα τα παιχνίδια
Και ζουρλαίνονται
Κοιτάζοντας με μάτια γουρλωμένα
Πότε τα φύλλα στο τραπέζι
Και πότε ακριβώς θα κάνει κιχ εκείνη
Σα να βάζει μπροστά την ερωτική μηχανή της•
Αυτό το στανιό δουλεύει καιρό
Μέσα στο ζαλισμένο κεφάλι μου
Να κυλιστώ μαζί της όπου βρω
Στα άχυρα ή στο βούρκο
Ακόμη και κοντά στη γούρνα
Στο χείλος τής στοιχειωμένης βρύσης
Όπου το νερό σταλάζει
Κρυστάλλινες στιγμές σε κόμπους
Απόψε πιο πολύ που έμεινα και πάλι
Πανί με πανί ο ψύχραιμος
2.
Το σμίξιμο τής σάρκας με τη σάρκα
Που σώνει και καλά θα οδηγούσε
Στην ένωση δύο ψυχών
Είναι τόσο σημαντικό
Όσο και η μουσική που ακούγεται
Όταν κοπανάω δυνατά
Τα πλήκτρα τής Remington
Αν και εδώ που τα λέμε
Ο καθένας ζει τελικά και πεθαίνει
Με τους δικούς του καημούς
Σ’ αυτό το μάταιο κόσμο
Όπως ο Χ. που ακόμη ονειρεύεται
Δίχως γυρισμό ένα μακρόβιο ταξίδι στις Ινδίες
Ή η Ψ. χαριτωμένη
Ακόμη και χωρίς το μεγαλείο τού στήθους της
Χωρίς την ανελέητη σφαγή των ματιών της
Χωρίς την πυρκαγιά που σιγοκαίει
Ανάμεσα στα πόδια της
Και νύχτα μέρα συλλογίζεται
Πότε επιτέλους θα συναντήσει
Των ονείρων τον εραστή της
Να της χαρίσει οργασμούς σαν πλούσια δώρα
Στο ίδιο κρεβάτι όπου τώρα πλαγιάζουν
Και δέχονται οι χλιαροί στεναγμοί της
Το βάρος ενός απαίσιου γείτονα
Που κάθε πρωί τον ακούω
Να βλαστημά θεούς και δαίμονες
Πασχίζοντας να βάλει μπροστά
Το ρημάδι τού σκαραβαίου του•εκτός από
Τον Χ. την Ψ. και τον Ω-μέγα γείτονα
Υπάρχουν αμέτρητοι που γειτνιάζουν με την τρέλα
Επειδή ένα βράδυ είδαν τα όνειρά τους
Να χάνονται να φεύγουν να γκρεμίζονται
Ή τις ζωές τους να σπαρταρούν
Στα νύχια τής ματαιότητας•έτσι κάποια μέρα
Ίσως ακούσω κι εγώ
Το όνομά μου ν’ αντηχεί σαν ποτάμι που κυλά
Με το χωνί τού τηλεβόα στη φωνή σας
Αλλά θά ‘ναι αργά
Για να φτύσετε πάνω μου
Τη χολή που μαζεύατε τόσα άδικα χρόνια
3.
Αυτή η νύχτα θα είχε ενδιαφέρον
Μόνο αν κατάφερνε να μας σύρει
Στο θηλυκό κρεβάτι που περιμένει
Φωνές και στεναγμούς για να ζωντανέψει
Και να ξυπνήσει τους γείτονες
Να ραγίσει όλα τα σήμαντρα
Να ξεπεράσει τις σειρήνες των περιπολικών
Και τις σειρήνες των βουερών ασθενοφόρων
Ξεσηκώνοντας τους ενοίκους
Που καραδοκούν με τ’ αφτιά τεντωμένα
Κάτω από το πάτωμα ή πίσω
Από κρυστάλλινους τοίχους
Μασώντας σαν ξηρούς καρπούς
Την ανιαρή μοναξιά τους
Και βρίσκοντας την επόμενη μέρα
Τον κατάλληλο θυμό
Για να ξεθυμάνει το μένος τους
Και να κρεμάσουν
Στην είσοδο τής πολυκατοικίας σαν ομοίωμα
Μιαν ευγενική ανακοίνωση
Με τεράστια γράμματα
“ΜΗΝ ΚΑΝΕΤΕ ΘΟΡΥΒΟ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ
ΓΙΑΤΙ ΓΑΜΙΕΣΤΕ”
Αλλά γυρίζοντας πίσω
Εκεί όπου είχα απομείνει και
Όπου με άφησαν οι σκέψεις να βρεθώ
Σε μιαν όαση ή σε ένα δασωμένο ακρογιάλι
Στην πιο μακρινή άκρη τού ύπνου
Με ξωτικές που λικνίζουν τα στήθη τους
Γελώντας κάτω από φοινικόδεντρα
Σειρήνες σβήνοντας όλους τους καημούς στα φιλιά τους
Δίχως ποτέ να ξαναρωτηθώ
Πού βρίσκεται η βλογημένη έξοδος
Πώς μπήκα σε αυτό το σωληνωτό σκοτάδι
Σ’ αυτή τη νύχτα που δεν έχει πια ενδιαφέρον
4.
Αν τώρα ξεκούμπωνες πάλι
Τη γλυκιά φωνή σου
Θα έριχνα βάρος
Στην πιο μακρινή κληρωτίδα τ’ ουρανού
Μπροστά βάζοντας
Εκείνη την έναστρη μηχανή που θα μας βγάλει
Στα γεγονότα που θέλαμε κάποτε ν’ αλλάξουμε
Καμια δυο μέρες πριν όλα τελειώσουν
Και η τελευταία μπίρα και η τελευταία
Σταγόνα ουίσκι και το τελευταίο τσιγάρο
Στο τσαλακωμένο πακέτο κάτω από το μαξιλάρι
Τα τελευταία σου λόγια και το πιο
Στερνό βλέμμα που με αντάμωσε ποτέ
Πριν τελειώσουν όλα όσα έβλεπα
Να έρχονται από το λίκνο μου
Καταπάνω μου θυμωμένα
Σαν παλιά ιστορία
Που δεν μπορέσαμε να ελέγξουμε
Να περάσουμε χαλινάρι στις προθέσεις
Στα περιστατικά που έστησαν οι φίλοι
Για να ξεφαντώσουν
Πριν πολύ πριν απ’ όλα αυτά
Που δεν ήταν γραφτό να συμβούν
Και όμως τα ζήσαμε με το στόμα ανοιχτό
Σα μαχαιριές στη γυρισμένη ράχη
Έγραψα αυτούς τους λίγους στίχους
Νομίζοντας πως τάχα θα ήταν
Το τελευταίο μου τραγούδι
5.
Μέχρι τα μαύρα μεσάνυχτα
Που αλλάζουν χρώματα όταν τα ζωγραφίσουν
Τα λόγια ενός μεθυσμένου
Ή μιας γυναίκας που γελά
Τσουγκρίζοντας ποτήρια με τον εαυτό μου
Τον ουτιδανό σαν τιποτένιο
Τον χαμένο μέσα στην κολασμένη νύχτα
(Όχι βέβαια όπως όλοι αυτοί που γράφουν
Σαν καθισμένοι στη λεκάνη
Δαφνοστεφανωμένοι και δυσκοίλιοι
Ζορίζοντας τις λέξεις για να βγουν
Αλλά σκουλήκι που δε λέει να βγάλει φτερά)
Ούτε μια ευκαιρία πια
Να ξανακούσω το γάργαρο γέλιο σου
Που κυλούσε σαν το νερό στο ποταμάκι
Όπου λέγαμε να βουτήξουμε κάποτε
Καθώς βουτάει κανείς στα πιο βαθιά του όνειρα
Και δε σκέφτεται ν’ ανεβεί στον αφρό τού ύπνου
Μήπως συναντήσει εκεί μαζεμένα
Όσα τον φόβιζαν μια ζωή
Όπως μια μέρα και δύο ώρες τώρα
Που παλεύω να πιάσω γραμμή
Και έχεις κλειστό το τηλέφωνο
Που αν κάνω να κλείσω επιτέλους τα μάτια
Αντί ν’ αδειάσουν τη γωνιά
Αντί να ξεκουμπιστούν και να πάνε στην Κούλουρη
Οι πιο φρικτές σκέψεις
Τρυπώνουν όλο και πιο μέσα
Στο άδειο μου καύκαλο.
