Πολύς είναι ο πόνος, κι εγώ λίγος
ανοίγω την πόρτα: πάω να δουλέψω
τον πόνο με τα χέρια
πολλών ανθρώπων
στις αλυσίδες της καρότσας
που ξαναβγαίνουν αποκαρδιωμένοι
μέσ’ απ’ τα συντρίμμια της κάθε μέρας
μασώντας αποδείξεις
.
Και στη χαρτόκουτα
που κοιμούνται οι πρωτόγονοι
σ’ έναν κύβο χωρίς γλωσσάρι
εξατμίζεται η ζέστη
το ένα δάχτυλο μετά τ’ άλλο
μέχρι που πέφτει ο σφυγμός
κι από την τρύπα της ασφάλτου
βλασταίνει, χλιαρά, το μίσος
Όπως το ενεργούμενο το χάδι
που τη δύναμή του να ελέγξει δεν μπορεί
όπως ο σκύλος που απ’ την πολλή του αγάπη
κατέφαγε του παιδιού το πρόσωπο
*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου]
…
È molto il dolore, e io poco
apro la porta: vado a lavorare
il dolore con le mani
degli uomini molti
alla catena del carrello
che riemergono delusi
dalle macerie quotidiane
masticando gli scontrini
Ε alla scatola di cartone
dove dormono gli involuti
in un cubo senza lessico
evapora il calore
un dito dopo l’altro
fino a quando il polso cede
e dal buco nell’asfalto
germoglia, tiepido, un rancore
Come la carezza energumena
che non sa dosare la forza
come il cane che per troppo amore
al bambino ha divorato il volto
*Από το “EDIFICI PERICOLANTI”, 2017 / “ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ ΤΑ ΕΠΙΣΦΑΛΗ”, 2017]
