[βύρωνας]
κοιτώντας την προχτές
μου φάνηκε πως άγιασε
η μάνα μου
έλαμπε στο πρόσωπο
το γέλιο της
τη φώτιζε πλαγίως
καθώς με τύλιγε με το κασκόλ
να μην κρυώσω
έξω απ’ τη σιδερένια πόρτα
του σπιτιού
που μάγκωνα τα χέρια μου
να κλείσει
κερδίζοντας
τα μελανά μου δάχτυλα
***
[αράδες]
άλλοτε για τους γονείς
έπειτα θυμήθηκα την ομορφιά
μηδέν εις το πηλίκο
ξεκλείδωσες
και μπήκες σαν τραγούδι
οι βρύσες έτρεχαν κρουνηδόν
έκανα στην άκρη
γέμισαν άδειες κόλλες
***
[lupi]
στα γεμάτα φεγγάρια
τους φιλοξενώ
στρώνω τις δαντέλες μου
βάζω φαΐ
τακτοποιώ κρεβάτια
μόλις ησυχάσουν
αρχίζω ν’ αλυχτάω
μιλάω τη γλώσσα τους
να μην αισθάνονται άβολα
*Από τη συλλογή “η μαύρη ανάμεσα”, εκδ. Κύμα 2018.
