
Από όταν κάποτε το γάβγισμα ήταν η μοναδική προσημείωση
μιας νύχτας που ποτέ δεν θα επιστρέψει τώρα
επιφέρει τον ίδιο πόνο με εκείνο το ανενδοίαστα δολοφονικό συνονθύλευμα
που παρά την όποια εύνοια σου τύχει συνεχίζεις να αποκαλείς επιβίωση.
Η κατάλληλη ευκαιρία για να κλείσει το μεσημέρι τις μπαλκονόπορτες
και να θυσιαστεί για μια ακόμη φορά στο απαράμιλλο μιας χιλιοειπωμένης έκφρασης.
Όσο αδυνατείς να εξιχνιάσεις κάποιον
από τους χιλιάδες τρόπους που και μόλις σήμερα έχεις πεθάνει
θα συνεχίζεις να συμπεριφέρεσαι σαν τον τελευταίο
ζωντανό άνθρωπο που ξέρεις.
Η δυστυχία του να αναπνέεις με πληρωμένα διόδια.
Η κατάρα του να αγαπιέσαι από όσους ποτέ δεν θα γνωρίσεις.
Η προσευχή που αρχίζει και τελειώνει με την λέξη θεός.
Η ανατριχίλα μιας αποστραγγισμένης ελπίδας που
τολμά ακόμη να γυρίζει στο άκουσμα ενός ηλεκτρικού ακόρντου
κι εκείνης της φωνής που ποτέ σου δεν επέτρεψες
να αποπληρώσει μια στιγμή
από ότι συσσωρεύτηκε στην κόλαση που εξευγενίζουμε…
View original post 158 more words