θυμάμαι ήταν Πάσχα και μου δάγκωνες την πλάτη
μανταλωμένη η πόρτα, δεν περιμέναμε
άλλος κανένας να ‘ρθει.
Μέσα στη μυστική μας ιεροτελεστία
που ως τελετή δεν θύμιζε
μαύρη η λευκή μαγεία
μόνο ιερή κατάνυξη και θεία αναισθησία.
Ήταν γεμάτη χρώματα η βραδιά
γαλάζια, κόκκινα ανοιχτά και βιολετιά.
Τότε, πριν βγάλουμε το χρώμα απ’ την ζωή μας
και τρέξουμε να σώσουμε μονάχα το πετσί μας,
που ούτως ή άλλως δεν έχει σωτηρία,
είτε μας φάνε είτε φάμε τ’ άγρια θηρία.
Ήταν Πάσχα και το τώρα έφεγγε λαμπρό
Ήταν Πάσχα, μα το μέλλον ανύπαρκτο και ζοφερό.
Μόνο αν παγώναμε για πάντα τις στιγμές μας
θα λυτρωνόμασταν απ’ τις αβάσταχτες πληγές μας.
Ή μήπως είν’ αυτό το νόημα της ζωής;
Αφού αβασάνιστα δεν βγαίνει κι αντιστέκεται η ψυχή;
Το νόημα της ζωής, προπύλαιο του θανάτου
να’ ν’ άραγε να σ’ ετοιμάζει
για τα βαθιά ανάκτορά του;
Ούτε στο πάθος, ούτε στην “αγάπη”
ούτε στην “χημεία”
δεν βρήκα της γαλήνης την απόλαυση
που μου ‘δωσε η γλυκιά αυτή αναισθησία.
*Από την ανθολογία της ομάδας Ο κύκλος Των, γεια, σ’ αγαπώ, αντίο, Αθήνα 2018.