Αν δεν καταπιείς τη σιωπή
Μέχρι να μη μείνει
Ούτε το λήμμα της
Δεν είσαι Εστιάς
Είσαι γυναίκα που μοιράζεσαι λόγια
Σκέψη, αγκαλιά, δεν είσαι Εστιάς!
Οι Εστιάδες είναι
Καταρρακωμένες αμύθητης αξίας απώλειες
Αψέλλιστα αόρατες, αγνές στις λέξεις
Και στις πράξεις που γεννούν
Όρθια τείχη, τα σκοτωμένα από τους ήχους
Που έπαψαν να φέρνουν μηνύματα,
Γονατιστές υπάκουες κολώνες
Βουβές γλαύκες, θορυβώδεις
Κάθετες ευθείες
Στά μυστικά των χρόνων
Που κινδυνεύουν να λιθοβολιστούν στη λέξη
Παράδεισος
Αν είσαι όπως το λες μια Εστιάδα
Οι πλαστικές οι κάρτες στο πορτοφόλι σου
Η αντρική κολόνια που άρπαξαν τα ρούχα σου
Η ευωδιά στη σιτοδεία της ανάγκης
Για συντρόφιασμα
Στο λένε φωναχτά πως σέρνουν
Την παρουσία σου στα πεπραγμένα
Των εξαρτώμενων του ήχου, του φωτός…
Είσαι μια τέλεια κι απελιπιστικά απίθανη
Γυνή, ενός θαυμαστικού και θαυμασμού ανυπολόγιστου,
Μ’ ακόμα… όχι μια Εστιάς
Για να ‘σαι Εστιάς
-θα σου το πω κοφτά-
Θα το μπορούσες να διαβάσεις
Το αλφάβητο των τυφλών
Μ’ ένα ψηλάφισμα στον άνεμο
Θα το μπορούσες να τ’ ακούσεις
Το αύριο του ήχου στο τώρα,
Στο πάντα σου το χθες
Και στο δικό σου γονάτισμα
Το τέλειο κι ελεύθερο βάδισμα
τού ‘Agnus Dei…
Αμνέ του Θεού,
Qui tollis pecata mundi
Που παίρνεις μακριά, κι αφαιρείς
τις αμαρτίες του κόσμου!’
*Από τη συλλοή “Εστιάδες 1999-2018”.