Σ΄ένα παγκάκι
στην πλατεία
μόνος, σούρουπο
τότε που η θλίψη
γίνεται ανυπόφορη
και τα κλαδιά των δέντρων
σε σκεπάζουν λυπημένα
κοιτάς τον κόσμο γύρω σου
που περνάει αδιάφορος
ψάχνεις να βρεις
κάποιο φίλο ή γνωστό
να μιλήσεις
μα δεν βρίσκεις
τραβάς σ΄ένα μαγέρικο
τρως μια φορά τη μέρα
ένα πιάτο φαϊ
και λίγο κρασί
για συντροφιά
αργά πηγαίνεις μια βόλτα
στο πάρκο
πλήρης ησυχία, ερημιά
γυρίζεις σπίτι
άλλο ένα κρασί
και σκέφτεσαι
ότι όποιος λέει
ότι αγάπησε τη μοναξιά του
απατάται ή εξαπατά.