Στενεύει το χαμόγελο, στενεύει ο δρόμος
ο γλεντοκόπος ασθενεί σήμερα
κατεβαίνει από τα δέντρα ο κοκκινολαίμης
Έβρεξε,
γέμισε η πόλη περιουσίες
ανοίξαν οι ομπρέλες και δεν παραμερίζουν
καθάρισε το μάρμαρο και γλύκυνε η μυρωδιά
Και σαν ανοίξει ο καιρός
χαριτόβρυτες θα τινάξουν με χάρη τα μαλλιά τους
οι ρακοσυλλέκτες θα ξαναβάλουν τα μαντήλια
Κι ένα βλαστάρι λησμονιάς
ίσα που αχνοφαίνεται στο μέτωπό μας απάνω
που στενεύει
Απρίλης 1996