Πτώση μου η γενική
Όταν πέφτω, πέφτω. καθολικά. Η καρδιά μου, τενεκεδάκι που
κλωτσάνε εναλλάξ τ’ αγόρια μέχρι να φτάσουν, για να μην τους
φανεί η διαδρομή. Κολοσσός με κλειστά τα πόδια, είναι.
***
Από το πίσω κάθισμα πήγα να οδηγήσω.
Σα να ‘σουνα αυτόματο σου συμπεριφερόμουν, ενω έπρεπε το
συμπλέκτη να πατάω βαθιά και ν’ αλλάζω την ταχύτητα. Να
κάνω την κίνηση του μισού μαιάνδρου που αλλάζει την ταχήτητα.
Γκάζωνα στις στροφές αντί για να μειώνω. Έπαιρνα τις ανηφόρες
με νεκρά κι όλους σβάρνα τους κώνους.
Φίδι στα χέρια μου σκληρό και μαύρο το τιμόνι.
***
Συγχώρεσε την αφωνία μου απόψε.
Οι Ισπανοί έχουνε λέξη για να πουν: χθες βράδυ. Anoche αυτοί /
απόψε εμείς. (Φαντάσου λοιπόν, πόσα όνειρα στα ισπανικά θ’
αρχίζουνε με το “ανότσε”. Χθες βράδυ, είδα…). Εμείς, απόψε. Αυτό
μας μαραίνει, φαίνεται, αυτό μας καίει, κι έχουμε λέξη ειδική: το
βράδυ που έρχεται. Όχι το χθεσινό. Συγχώρεσε λοιπόν την αφωνία
μου, αυτό το βράδυ, απόψε.
*Από τη συλλογή “γιατί δεν οδηγούν οι ποιητές¨”, έκδοση s@stina, 2017.