Και σκέπαζαν τους τοίχους οι σωροί,
ζωντάνευαν, ξεφώνιζαν την αριθμητική
το απαιτούμενο ξεφώνιζε η ρίζα τους ρευστό-
και ψάχνανε τα μάτια να βρούνε μια σχισμή.
Έτσι ζούσε ο Γιάννης
σε κύκλο που ‘πηζε κι άφηνε νεκρά κενά στο νου,
κωφάλαλος στων ιδεών τη σκοτεινή βοή,
με τα συμβόλαια που αποσπούσε από πελάτες
ζούσε.
Στεκόταν συμπαγής στο κουστούμι που ‘ραψε
για τον εαυτό του, στεκόταν συγχρόνως κι ευγενής
για τις μέρες που ‘δωσα γάλα στο παιδί.
Έτσι ξεκούμπωσε για λίγο το σακάκι:
καθόταν στην άκρη με το δείχτη ιδρωμένο στο κρεβάτι,
σημάδευε στο κυπαρίσσι την κορφή.
ό,τι κατάπινε το αδίστακτο σκοτάδι.
Γύρω τριγύριζαν τα πιτσιρίκια
ζητούσαν στοργή και σημασία
πριν φύγω ένα σήκωσα αγκαλιά
το κοίταξα στα μάτια κι είπα:
τι ουρανός
βλέπω να ‘ρχεται Χριστέ μου
τι κεραυνοί θα κρύβονται
βαθιά στα χώματά του
*Από τη συλλογή “Το σκίτσο στην ντουλάπα”, Εκδόσεις Θράκα, Δεκέμβρης 2017.