Ο τόπος μου: ξερολιθιά και ήλιος.
Το βράδυ βγαίνει, ένα ασημένιο σαλάχι, φεγγάρι.
Οικογενειακή έξοδος: απλώνω άδεια κανάτια στο πεζούλι.
Το γηραιό ζεύγος στο απέναντι μπαλκόνι, η προίκα μου.
0 καλύτερος φίλος: εφ’ όπλου λόγχη, περίσσεια θάρρους,
σημαδεύω με σφεντόνα. Δεδομένου του ερέβους, αστοχώ.
Εκδρομή: χαρτόνι, σχήμα σύννεφου στον πάγκο της μπουγάδας.
Η μητέρα το άφησε να μουσκέψει τόσο, που το νερό άγγιξε το
ταβάνι. Κανείς δεν βγήκε ζωντανός.
Στο ιατρείο: μουσικά, κουτάλια, λουλουδιασμένα κάδρα
αναδίδουν φορμόλη. Το άφθαρτον της φύσεώς τους.
Το δωμάτιό μου: αποκοπή γης από ουρανό.
Στην επικόλληση, με ράμματα.
Εθνική γιορτή: δημόσια σύναξη, κενό σημείο επαφής.
Αποτραβιέμαι να εισπνεόσω οξυγόνο.
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
Οι πινακίδες: συμπληρώνουν το αστικό τοπίο, αναγράφουν τσιτάτα
πάνω από ταμειακές μηχανές. Και «Προσοχή Σκύλος».
Καλοκαίρι: είναι τα απογεύματα θηλαστικά, άχυρο γεμισμένα.
Βόλτα στο δάσος: ο τόπος μου, ξερολιθιά και ήλιος.
*Από τη συλλογή “Αντίποινα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.