Νύχτα στον Ελαιώνα
Ροζάρια νύχτας.
Αστέρια που κρεμάστηκαν διάπυρα.
Πουκάμισα σιωπής
φορεμένα
στη μικρή αυτή γιονιά του κόσμου
που όλες κι όλες οι αγυρτείες
είναι να στήνεις δόκανα
σε σκιές αλεπούδων
που έρχονται για το έθιμο.
Φεύγουν όπως ήρθαν
ξεκαρδισμένες σε φασματικά γέλια.
Λεχώνες ελιές
φορούν γαλαζωπά τις νύχτες
πίνοντας αψέντι από φεγγάρι.
Το δύστροπο βέλος του εαυτού
ησυχάζει τις νύχτες τούτες
και δεν φορώ
κανένα δαχτυλίδι προδοσίας
στα δάχτυλα
που άρμεξαν
τους μικρούς θεούς
των φυλλωμάτων.
Και
Το ποίημα το ξέρει.
Και γεννιέται ατάραχο.
***
Το λάλημα
Το λάλημα του πετεινού
το σταυρώσαμε εκεί πέρα
στα ομιχλιασμένα χωριά
εκεί που θάψαμε ιστορίες
όσες αλήθειες δεν αντέχαμε.
Εκεί που αφήσαμε μόνο κι έρημο το φεγγάρι,
να ξερογλείφει τα σκελετωμένα σπίτια.
Μόνο αναστάσιμα τα συλλογιόμαστε
εκείνα τα χωριά.
Αναστημένος και ο πετεινός τρις ξανακουδουνίζει.
*Από τη συλλογή “Χαμηλές οκτάβες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.