ΠΡΟΘΕΣΗ
Θέλω να πω οι φόβοι, τα γεγονότα.
Μόνο τα γεγονότα και μόνον οι φόβοι.
Πάντως κενό φωτισμένο ξαφνικά, έκπαγλον.
Έπειτα εγγαστρίμυθη τρύπα, αθέατη
κι όμως εκεί να υπάρχει σημείο.
Τρέφεται απ’ τα σπίρτα του βίου, τα ελάχιστα.
Σε άλλη διάσταση θα με ρουφήξει
σε εξάντληση άλλη.
Έτσι ή αλλιώς γυαλιά κομμάτια
στου ξυπόλητου γυρισμού το μονοπάτι.
Και τις ακούω που κλέβουν στα νώτα.
Κίσσες βραχνές, περιττώματα μετουσιώνοντας
τα αυθεντικά μου φωτόνια.
Τις πυγολαμπίδες επιστροφής
δεν θα ξανάβρω ποτέ.
Θέλω να πω μήτε γεγονότα μήτε φόβοι.
Μονάχα πορεία σε αχαρτογράφητο ναρκοπέδιο.
Λάσπες, κατολισθήσεις, νερά πλημμύρες.
Η πιθανή αυτοέκρηξη.
Ακριβώς για τη λάμψη της.
***
Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΗ
Καταρρακτώδη λόγια.
Τσακίζουν τα βρεγμένα αγάλματα.
Αδειάζουν κέρματα απ’ τον ουρανό
ολημερίς πάνω στην τρύπια ομπρέλα.
Χτυπούν, αναπηδούν και λιώνουν.
Υγρό μολύβι σε χούφτες κρύες
κόβει του καθενός το νόμισμα.
Ακίνητα τα δάκρυα στις άκρες
σαπίζουν περιμένοντας
αίμα πριν τον κλοιό του κυνηγού
λύπη πριν απ’ τη λύπη
δικαιοσύνη πριν.
Σκυφτά οι ασκητές αποσύρονται
στα σκοτεινά πράσινα.
Πίσω από το φράγμα του καταρράκτη
στις μουχλιασμένες σάρκες της σπηλιάς
κουνάει την κομμένη ουρά της η γραφή
γλείφει τα υπάκουα χέρια.
Πνίγεται τώρα ο ήχος των κερμάτων
στο άσαρκο κεφάλι τους.
Κυπροκούδουνα φιλούν τη σιωπή των νερών.
Ο δρόμος δεν αντιστρέφεται, δεν συγχωρεί
μόνο τα σώματα αποκλίνουν, ταλαντεύονται
χρονοτριβούν.
Πλιτς-πλατς, πλιτς-πλατς απομακρύνομαι
στα πράσινα στα σκοτεινά
με το πιστό
το χάρτινο σκυλί μου.
*Από τη συλλογή “Το πέρασμα των νερών”, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2001.
