Χρήστος Κοτρώτσιος, έκπτωτου τύψεις

Στην αμμουδιά εκείνο το κόκκινο απόγευμα
χαμένο το μυαλό στην ώχρα της ανάμνησης
σκεπτόμενος τον θάνατο του πρώτου έρωτα
ξεκίνημα στο ταξίδι μιας φριχτής ενηλικίωσης
Πόσα δάκρυα, πόσος πόνος, πόση αναζήτηση απομίμησης αγάπης
τα χρόνια που πέρασαν
Ανάγκη βρώμικης ψυχής για βρώση σάρκας
ματωμένης, έτοιμης για λαμπρό θάνατο καρδιάς
Την φαντάστηκα εκεί ξαπλωμένη δίπλα μου
με γερμένο το κεφάλι να με κοιτά με αυτά τα δυο αστέρια
που φώτιζαν το σκοτάδι μου
με το χέρι της αφημένο σαν λάφυρο στην κίτρινη άμμο
με τα δάχτυλά της διψασμένα για άγγιγμα πόθου
τυφλά δάχτυλα ερωτευμένα με τα δικά μου σκουλήκια
και εγώ σαν κλέφτης να γεύομαι τις χάρες της αφής
γεμίζοντας το βρωμερό εσωτερικό κελί
με αγνό φως
που φώτιζε τη δυστυχία μου
Να τιμωρούμαι με τον πόθο μου για την εικόνα
και την άρνηση της υποταγής στην ομορφιά.

Τώρα κοιτώντας τον κόκκινο ήλιο
θυμάμαι το κόκκινο της λατρείας της
θυμάμαι το γκρι της ανοησίας μου
της σάπιας αλαζονείας
τον θάνατο ενός αγγέλου
την φυγή μου από την αγάπη
και την πτώση μου
Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τη θάλασσα
όπως κρύφτηκα εγώ απ’ τη ζωή
αυτός θα ξαναγεννηθεί
και εγώ θα συνεχίσω το μονοπάτι του μαύρου.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάτησης είναι από το βιβλίο “Ι συλλογή”, Τρίκαλα 2013.

Leave a comment