1
Μαύρο κοράκι
στο νεκρό κλαδί: βράδυ
του φθινοπώρου
2
Στον άδειο δρόμο
μόνος το φθινόπωρο
καθώς βραδιάζει.
3
Το φθινόπωρο
βαθαίνει – κι ο γείτονας
πώς άραγε ζει.
4
Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου
5
Όλα σωπαίνουν:
η φωνή του τζίτζικα
σχίζει το βράχο
6
Η τρικυμία –
μέχρι πέρα στο Σαντό,
ο γαλαξίας.
7
Νωρίς το πρωί
με καινούργιο κιμονό:
άλλος άνθρωπος.
8
Άδειο κέλυφος:
κι η ψυχή του τζίτζικα
τραγουδημένη.
9
Χόρτα του θέρους:
ό,τι μένει απ’ τ’ όνειρο
των πολεμιστών.
10
Αγριόχηνες
χαμένες στα σύννεφα:
κάποιοι χωρίζουν
11
Μη λησμονήσεις
τη δαμασκηνιά που ανθεί
μες στη συστάδα.
12
Άνθη κερασιάς:
των περασμένων χρόνων
μικρές φωτίτσες.
13
Σεληνόφωτη
δαμασκηνιά, κρατήσου:
θα ‘ρθει η άνοιξη.
14
Χωρισμός: σφιχτά
τα δάχτυλα στην ψάθα
για παρηγοριά.
15
Ξανάρθε λοιπόν
το χιόνι που βγήκαμε
να δούμε μαζί.
16
Το πρώτο χιόνι:
τα φύλλα του νάρκισσου
γέρνουν, λυγίζουν.
17
Χωρίς φεγγάρι,
χωρίς λουλούδια ή φίλους,
και πίνει σάκε.
18
Κανένα ίχνος
στη φωνή του τζίτζικα
ότι πεθαίνει.
19
Αστροπελέκι:
η κραυγή του ερωδιού
τρυπά το σκότος.
20
Όταν αστράφτει,
ο φωτισμένος άνθρωπος
κι αυτός θαυμάζει.
21
Εκεί που ο κούκος
φεύγει και χάνεται, να:
ένα νησάκι.
22
Μέρες βροχής:
οι μεταξοσκώληκες
γέρνουν στα μούρα.
23
Στο πρωτοβρόχι
κι η μαϊμού θα ήθελε
ψάθινο παλτό.
24
Μεσημεράκι:
ο τοίχος να δροσίζει
τις πατούσες μου.
25
Τελειώνει ο χρόνος –
με το ψαθί μου ακόμα
και τα σανδάλια.
26
Χωρίς πρόσωπο:
σπαρμένα οστά κι ο αγέρας
κόβει τη σάρκα.
*Από το βιβλίο “Ο κόσμος της πάχνης – Σαραντατρία χαϊκού του Μασούο Μπασό και του Κομπαγιάσι Ίσσα”, σε απόδοση Διονύση Καψάλη, Εκδόσεις Άγρα, 2008.
