Λαμπριάνα Οικονόμου, Τρία ποιήματα

Terrace

Στα βόρεια αποκοιμήθηκα
κοιτώντας καμινάδες.

Τέλειωσαν τα εφόδια.
Δεν έχω λέξεις αιχμηρές για να χαράξω
μπετό, γυαλί και φύλο.

(Έχω καιρό μα)
ασύνετη η παράταση
έτσι αργά καθώς κυλούν
οι ώρες στην αρρώστια.

Βρυξέλλες 2010

***

Ψυχροαίμα

Δέσμες φωτός. Θα αρχίσουν ανακρίσεις.
Βιβλία κραδαίνουν χαρτοκόπτες. Χθες βράδυ
τραυματίστηκα στην άκρη μιας σελίδας.

Τα ράφια που καρφώνονται στον τοίχο –
σημεία είναι κρούσης ή καρδιακοί παλμοί;

***

Χωρίς αρθρώσεις

Ν’ απλώνονται μπροστά μας
ταριχευμένες αμμουδιες
κι εκτάσεις σκόνης.

Να σκάβει η υγρασία
με τις οπλές τη γη –
ασκέρι αρπαχτικών
να σε φοράει στέμμα.

Έτσι όπως παραδέρνεις
από χαρτί και χέρι ξεγραμμένος
να τριγυρνάς μονογενής
με τσέπες αδειανές από κουκούτσια.

*Από τη συλλογή “Αντίποινα΄”, Εκδόσεις Θράκα,

Leave a comment