ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Δεν είναι ποτέ
ούτε μόνο χωρική, ούτε μόνο χρονική,
μια διάσταση αθωότητας που μας βγάζει κάποτε τη γλώσσα,
και καταπίνει τα φωνήεντα
σα λαίμαργος
μυρμηγκοφάγος/
εκτός χρόνου θυμάμαι ενίοτε
και τους λαρυγγισμούς
του Παναγιώτη Φαρμάκη
σαν μοιραζόταν με τον πατέρα μου
πάνω στη μάντρα μας
μια μπύρα/
δεν καταλάβαινα τις λέξεις,
μήτε πώς από το κεφάλι του
αναδυόταν ένα μαντήλι
σαν τριγωνικό πανί,
κι απ’ το αμπέχωνο εξείχε πάντα
μια μαργαρίτα,
μέσα από έναν άδειο τελαμώνα/
το πως έμοιαζε τόσο με τον Όσιο Λουκά,
και γιατί κάτι γατόνια της γειτονιάς
νιαούριζαν,
ακούγοντάς τον,
εκστασιασμένα/
το πως ο πατέρας
συγκατάνευε
-από πού κι ως πού;-
σε όλη
αυτή τη θλίψη/
και τέλος πάντων,
τι ήθελε να πει
με τα μάτια του,
που έκλαιγαν πάντα δίχως δάκρυα,
και σε ποιά γλώσσα;/
δεν είχα ακόμη καταλάβει,
πως στην αιχμή των φωνηέντων,
οχυρώνεται πάντα
ένα ποίημα,
που πασχίζει να γραφτεί,
ανεξάρτητα απ’ τη γλώσσα…
View original post 3 more words