Ε. Μύρων, Τέσσερα ποιήματα

Σταχτολογοῦμαι

Τὸ τασάκι φορτωμένο
σκέψεις ἀποτσίγαρα –
μιὰ χωματερὴ νεκροταφείου.

Μὲ νερὸ
ξανακούγονται οἱ καύτρες.
Κροταλίζουν.-

Κι ἔπειτα ἕνας ἥλιος 
φορετὸ καταφύγιο…

***

Τό ἀσανσὲρ

καὶ δίπλα του
πάντα μιὰ σκάλα
γιὰ ὑπενθύμιση

ἤ τουλάχιστον
δικαιολογία
γιὰ τὰ λυγισμένα γόνατα

Στὸ γκαλὰ

κύκλος πληκτικὼν ὁρθίων  
παρευρέθη. Εἰς τὴ σάλα 
γουρλωμένα μάτια ἰχθύων 
συνωστισμένα σὰν σὲ γυάλα 
γιόρταζαν ἀκίνητα, καθὼς 
νὰ στέκονταν πρὶν τὴν κρεμάλα.  

***

Σοκάκι

Σ’ἕνα σοκάκι ζοῦμε σκιῶδες,
οἱ αὐλὲς μας εἶναι πεζοδρόμια
τὰ σπίτια μας σφιχτές δεντροστοιχίες.

Οἱ προβολεῖς τῶν λεωφόρων
ὅμοια μὲ φάρους μᾶς κεντρίζουν
γιὰ τοὺς ἀνοιχτοὺς μεγάλους δρόμους.

Ὅμως τὸ χάσμα χαίνει χαῶδες –
τὸ μικραίνουν τὰ μάτια
οἱ λιποψυχίες τ’ ἀναθρέφουν.

Ἀρκούμαστε σὲ λίγες ἀκτῖνες
ἄν ἀπὸ τύχη φτάσουν
σὰ χάδι παρηγορητικὸ στοὺς ὤμους. 

***

Μώβ ἀνοιχτὸ

Μέσα μου 
μιὰ θάλασσα χύθηκε.
Μοῦ πνὶγει τὸ αἷμα
λίγο-λίγο·
ξεβράζοντάς το
στοὺς μορφασμοὺς
ἀγνώριστο. 

Leave a comment