ΚΑΠΟΙΟΣ
Ένας άνθρωπος βγαίνει από το σπίτι του
Πολύ νωρίς το πρωί
Είναι ένας άνθρωπος λυπημένος
Αυτό δα φαίνεται στο πρόσωπό του
Ξαφνικά βλέπει ένα παλιό καταλογάκι τηλεφώνων
Σ’ ένα σκουπιδοντενεκέ
Το τινάζει λίγο και το φυλλομετράει μηχανικά
Μένουν τα πράγματα όπως είναι δεν αλλάζει τίποτε
Αυτός ο τόσο λυπημένος άνθρωπος
Λέγεται Μαλακίδης
Γι’ αυτό είναι τόσο λυπημένος
Φυλλομετράει
Φυλλομετράει συνέχεια
Κάποτε σταματάει
Στο γράμμα Μ
Φτάνει στη στήλη ΜΑ-
Τότε το λυπημένο βλέμμα του φωτίζεται
Γεμίζει από χαρά Κανείς
Πραγματικά κανείς δεν έχει το ίδιο όνομα
Είμαι ο μόνος Μαλακίδης
Ψιθυρίζει μέσ’ από τα δόντια του
Πετάει το βιβλιαράκι
Τινάζει και τη σκόνη από τα χέρια του
Και συνεχίζει πια
Περήφανος το δρόμο του.
***
ΕΝΑ ΟΜΟΡΦΟ ΠΡΩΙΝΟ
Κανέναν δε φοβόταν
Τίποτε δε φοβόταν
Αλλά ένα πρωινό ένα όμορφο πρωινό
Του φάνηκε πως είδε κάτι
Όμως είπε «Δεν είναι τίποτε»
Και είχε δίκιο
Με τη δική του λογική χωρίς αμφιβολία
Δεν ήταν τίποτε
Όμως το ίδιο εκείνο πρωινό
Του φάνηκε πως κάποιον άκουσε
Και του άνοιξε την πόρτα
Μα την ξανάκλεισε «Κανένας είπε»
Και είχε δίκιο
Με τη δική του λογική χωρίς αμφιβολία
Δεν ήτανε κανείς
Και ξαφνικά φοβήθηκε
Κατάλαβε πως ήταν μόνος
Ή μάλλον όχι μόνος εντελώς
Και τότε είδε
Το Τίποτε μπροστά του
Αυτοπροσώπως.
*Από το βιβλίο “Ζακ Πρεβέρ, Θέαμα και ιστορίες”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2002. Μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης.