ΟΙ ΑΚΑΛΥΠΤΟΙ των πολυκατοικιών
χώροι ανυπεράσπιστοι.
καθώς ενώνουν
τα πίσω κρυφά τους μέρη,
μοιάζουν σαν αγκαλιά ματαιωμένη,
στο χρόνο ακίνητη.
Αιώνια χαιρετώντας το άπιαστο
τον άνοικο που δε χώρεσε
να κατοικήσει.
***
ΤA ΒΡΑΔΙΑ του ξημέρωνε
σε ξένους ύπνους,
έπινε γαλήνη αδικαίωτη
στα μπαρ.
Δωμάτια παραβίαζε
με μανία
με φουρκέτες
με σουγιάδες.
Έψαχνε παντού
για το ουράνιο τοξο
που του τάξανε.
***
ΑΝΕΒΑΣΕ το λεπτό της σώμα
στα χέρια
μέχρι τον έβδομο,
έσπρωξε με το γόνατο την πόρτα.
Ο φωτισμός ήταν αλλιώτικος
απ’ ό,τι ήξερε.
Συγνώμη, πήγε να μουρμουρίσει,
μα τον πρόλαβε μια φωνή
από το βάθος.
Λάθος, κύριε,
είστε σε λάθος νεκροθάλαμο.
***
ΤΟΝ ΕΙΔΑ ένα βράδυ
μέσα απ’ τις γρίλλιες,
για να γράψει ένα ποίημα
έμπηξε ένα καρφί
στον απέναντι τοίχο
και περίμενε
να γυρίσει ο πόνος
πίσω σ’ εκείνον.
***
ΠΗΡΑΝ τη σιωπή του
για ευτυχία
κι έτσι τον άφησαν αβοήθητο.
***
ΕΠΙΜΥΘΙΟ
Άσ’ το
θα βγει μόνο του
καθώς η ωραία στιγμή
σε λάθος ώρα.
*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανέμου”, εκδ. Πλανόδιον, 1999.
