Σε ξύπνησε πάλι
ο μικρός στυφός
φόβος.
Κάνει παιχνιδιάρικο θόρυβο
κολυμπώντας στα βρόμικα ποτήρια
που κρέμονται δίπλα στο μαξιλάρι
ή
καβαλώντας τη βροχή
πέφτει πάνω στα στόρια
αραιά και ενοχλητικά
όπως
η βρύση
που δεν έκλεισε καλά
η πόρτα
που δεν έκλεισε καλά
κάτι που έμεινε ανοιχτό
Ο μικρούλης φόβος
μέσα στο διάφανο βράδυ
πλένει τα πιάτα στον από πάνω όροφο
ή
περπατάει στο μπαλκόνι.
Αυτός
που σε ρώτησε
με το σκουφί μέχρι τη μύτη
μέσα στο χιόνι
νύχτα
τι ώρα είναι αυτή
που δεν απάντησε ποτέ
Αυτό
που σου κουνάει κουρδισμένα το δάχτυλο
Κάθε που πιάνει φθινόπωρο,
πιάνει δουλειά.
Ακαταμάχητη λευκή υπενθύμιση
το άσπρο βράδυ,
διάφανη ταινία
που προβάλλεται
πάνω στη φαγωμένη πρόσοψη
του κορμιού μου
Πιάτα σπάνε από πάνω,
τα βήματα αυξάνονται,
οι υπόνοιες ακατανόητων λέξεων
γίνονται ολόκληρη γλώσσα
Kρατιέσαι πυρήνας μες στο χειμώνα
μετά δεν σε τρώει ν’ ανθίσεις.
Μόνο να κρατηθείς
μπλε κέντρο φλόγας
*Από τη συλλογή ‘Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Μάιος 2013
