Να πω όχι;
Η μύγα τρίβει
τα πίσω πόδια.
Κόντρα στο λουκέτο
οι γκαραζόπορτες
το μεσημέρι.
Δείλι: το πουλί
στο φράχτη
σύγχρονός μου.
Το φεγγάρι
είχε μουστάκια γάτας
για μια στιγμή.
Οι πάτοι μου
μούσκεμα απ’ τη
βόλτα στη βροχή.
Κανένα σήμα —
ξέρω ακριβώς
πού βρίσκομαι.
Τρίτη — μια σταγόνα
βροχής ακόμα
από τη στέγη.
Τηλεγράφημα
κανένα — μόνο κι άλλα
φύλλα πέφτουν.
Άστοχη η
κλωτσιά μα το
ψυγείο έκλεισε.
Η βροχή σχεδόν
έφτασε να πλυθεί
το πουλί.
Θα τα χάσεις αν
μάθεις πόσα λίγα
γνώριζα μόλις χθες.
Τα πεύκα
προχωρούν
μες στην ομίχλη.
Βραδιάζει —
δεν είναι το κενό
που αλλάζει.
Άλλος ένας μόνος
σαν εμένα στο
κενό σόμπαν.
Δείλι — αγόρι
τσακίζει πικραλίδες
μ’ ένα ραβδί.
Όλη μέρα πάνω
στο κεφάλι μου καπέλο
Που δεν φορούσα.
Το σκηνικό της χώρας
— δειλινός ήλιος
Σ’ εκείνα τα δέντρα.
Το νέο φεγγάρι
είναι του Θεού
Το νύχι.
Ξέρεις γιατί με λένε Τζακ;
Γιατί;
Γι’ αυτό.
Το όνειρο του Θεού
δεν είναι παρά
Ένα όνειρο.
*Από το βιβλίο ‘Τζακ Κέρουακ Ποιήματα”, σε εισαγωγή, επιλογή και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, Εκδόσεις Ηριδανός, Σεπτέμβρης 2007.
