ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ
Είδε το άλυκο τριντάφυλλο,
στη μέση του κήπου ανθισμένο.
τόσο τον θάμπωσε η ομορφιά του
που χαϊδευοντάς το
τσιμπήθηκε.
Τ’ αγκάθια χώθηκαν στο δέρμα του.
Πέρασαν χρόνια.
Το τριαντάφυλλο το ξέχασε.
Τ’ αγκάθια ακόμα τριβελίζουν το μυαλό του.
Έξυπνος πια και προνοητικός,
φοράει γάντια όταν θέλει να τα χαιδέψει.
***
ΑΔΕΙΕΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ
Άδειες καρέκλες,
η μια δίπλα στην άλλη,
η μια ίδια με την άλλη,
Μέσα τους κρύβουν τόσες ιστορίες.
Στη μια κάθισε μυριόπλουτος εφοπλιστής,
στην άλλη βρώμικος αλήτης.
Να έχουν τάχα διαφορά;
Αφού, σαν έρχεται το σούρουπο
-το σούρουπο που πάντα φτάνει-
αδειάζουν, κάθονται βουβές
και μένουν ίδιες.
***
ΦΩΤΑ
Γύρω μου φώτα,
φώτα μεγάλα,
λάμπουν εκτυφλωτικά,
μάταια προσπαθώντας
να φωτίσουν το διάβα μου.
μα εγώ βαδίζω τρεκλίζοντας
στης μοναξιάς μου τα σκοτάδια.
***
ΟΝΕΙΡΟ
Ανοίγεις τα παράθυρα του νου
να μπει αέρας καθαρός,
να μπει το φως της μέρας.
Βγαίνεις στην αυλή.
Ο ηλιος σε φωτίζει λαμπερός.
Δεκάδες δέντρα απλώνονται στο βάθος,
μύρισε ο άνεμος πεύκο και θυμάρι.
Ξυπνάς, ο ουρανός θολός,
τσιμέντο γύρω σου και σκόνη.
***
ΝΥΣΤΑ
Τις μέρες
τα μάτια σου κλείνουν
εκπιλαρώντας τ’ όνειρο
κι ας τρέμεις τη φωνή του διευθυντή.
Μια και τις νύχτες
ο ύπνος δεν έρχεται
κι η θύμησή της
το νου σου αγκυλώνει.
*Από τη συλλογή “Ερείπια”, Εκδόσεις Ρέω, Αθήνα 2010.
