Ι
Θα ζύγωνε να μ’ απαντήσει στ’ αντίφως μεθυσμένος μάρτυρας
ξεσπώντας: κι ο ερχόμενός μου στην αναρχία της γείωσης
και η θηλή στην αναστημένη θηλή
κι η θάλασσα ξανανιωσμένη στη θάλασσα καταμεσής…
σώπα…
στο βάζο
τα λουλούδια
προσμένουν την ασπιρίνη
οίκοι
λευκοί
μαίνονται
τα ψηφία
οι ομοιόμορφες σάλπιγγες
«έκσταση»
αγαλλιάζουν οι μήτρες:
καταβολάδες σε παιγμένα χέρια:
της όρθιας γραφής
κράτη και ήρωες
και κειμένων
ιερείς καταφτάνουν
με την ελπίδα
και την ελπίδα
φτάνουν
τρεχούμενα
τα σάλια
πέρα τους — σώνονται κει μεταμοντέρνα
στη διψασμένη γης. Ο παιάνας φυσικά
ολούθε παιάνας
ξεχύνεται
με χαρτιά διψασμένα
πληγωμένα — θα ζύγωνε (αντράλα στη φωνή) τραγουδώντας:
σαν του πλανώμενου μουσκεύει το γεφύρι
φουσκονεριά το είναι είσαι κύρη
κι ένα νερό να μη ρωτιέται…
στη θάλασσα
σώπα…
θα ζύγωνε
κοίτα…
πανήγυρος της νίκης ποιος άραγε
παίκτης διαιτητεύει;
Ο ήρωας συμφωνεί ξεσπώντας: «ωραίος καθρέφτης»
κι αψίδες με χάρη σηκωμένες με τον τρόπο του τέλους
φυσικά
να περάσει
να μην περάσει δικέ μου
πού ο Augustus κεντρικώτερα στου αφηγητή του το νόμισμα;
στου τόπου του την άφεση
(στο Πένθος του)
«αχ τόσο μη αρσενικό — ά
χα στον έρωτα»
κι η υπόληψη της άνοιξης θεσμοθετημένη
έχοντας όλα τα δικαιώματα των άντρων του
(και της μαδημένης μαργαρίτας το όνειρο)
ζόρια στα χέρια εκεί
μα εδώ κοντά
στα χέρια
απόμακρα σαλεύουν
γραπώνουν και σαλεύουν δίνοντας ψυχή
«μπόλικη ψυχή»
σε γραπωμένο μάγο
*Από τη συλλογή «…ύστερα θα καούν τα σάλια», Εκδόσεις Ηριδανός, Μάης 2010.
