φευγαλέα αντίληψη του χρόνου
παίρνει τα όνειρα από το μαξιλάρι,
τα απαριθμεί,
και τα στοιβάζει
στο ράφι της αέναης αναβλητικότητας
παίζω κρυφτό με το χρόνο
και ζωγραφίζω το πρόσωπό μου.
χάνω.
η μοναξιά αντανακλάται στα πεζοδρόμια
και κοινωνεί με τους διαβάτες
διαβαίνω το μονοπάτι με τις υπόκωφες παρτιτούρες.
βγάζω από την τσέπη το ποίημα,
μου το παίρνει η νύχτα και το στοιβάζει ψηλά στο συρτάρι της.
οι καθρέπτες μου δεν υπακούν το πρέπει και σπάνε
παίρνω ξανά τα πινέλα
και πουλώ βιασμένα χαμόγελα στο μαύρο ουρανό
(η μουσική στειρώθηκε μέσα μου)
τώρα περπατώ στο μονοπάτι της σιωπής
κι εκείνη μιλά με τον ήχο της επόμενης απώλειας
αντικρίζω ξανά το γέρο Πρωτέα
– τον παρακαλώ να μου δώσει μια όψη ιδεατή –
μου δίνει ως συντροφιά τη σιωπή
να δυναμώσω τα ασθενικά σημάδια στην καρδιά
και να πάψω να τρέμω,
να θέλω να ψελλίσω
οι λέξεις βουίζουν απόκοσμα
γενναιόδωρα μοιράζω ταμπέλες
σε ό,τι γύρω μου
δημιουργεί θόρυβο και υποκρισία,
σε όσους απαξιωτικά τρέμουν ν’ αγγίξουν
να νιώσουν μες τον καθρέπτη
τώρα που η ναυαγισμένη ξενοιασιά της νιότης
συνευρέθηκε με την απάνθρωπη παράνοια,
τώρα που ο χρόνος
με καταδικάζει να μην ψελλίσω
και σπάω
γίνομαι θραύσμα
Νέττα
