Περιπλανήθηκα
μέσα στα στενά της πόλης
ώσπου βρήκα το μαγαζί.
Ήταν κλειστό
η πόρτα γεμάτη σκόνη
κι αράχνες
η ταμπέλα ακόμα εκεί
οι σκούρες κουρτίνες στα παράθυρα
καθόμουν και κοίταγα
σαν χαμένος
άκουσα μια φωνή πίσω μου
“μπες αν θες, ανοιχτά είναι”
δεν γύρισα να δω
έπιασα το πόμολο
έσπρωξα κι η πόρτα άνοιξε
ο πάγκος
οι καρέκλες, τα τραπέζια
ήταν όλα εκεί
ξάφνου το μέρος φωτίστηκε
είδα πρόσωπα γνωστά, νεανικά
άκουσα μουσικές, γέλια
είδα ένα κορίτσι να μου χαμογελάει
κι αμέσως όλα χάθηκαν
έκανα μεταβολή
κι έφυγα τρέχοντας
έξω δεν υπήρχε κανείς
γύρισα να δω
η πόρτα ήταν κλειστή
το εσωτερικό σκοτεινό
κι αναρωτήθηκα
αν είμαι ξύπνιος ή ονειρεύομαι.
