Έρμα Βασιλείου, Τα νυφικά τα στέφανα

…έπρεπε να ‘ναι από ελιά
που δεν βλέπει στη θάλασσα
μα όλες οι ελιές
τη θάλασσα αγναντεύουν
στ ‘αγιονήσι μου
για κείνο κι έμεινα απάντρευτη
μέσα στο κύμα του λαούτου
κι ακόμα να βρεθεί τέτοια ελιά ακαμάρωτη
κι αν ακόμα με θέλεις τόσο
δεν πρέπει να μπεις με άλογο στο χωριό
να με ζητήσεις
αν με θέλεις δική σου θα πρέπει να τ’ αφήσεις έξω από το χωριό
να έρθεις με τα πόδια
γεμάτα φλουριά τρυπημένα στο παπούτσι
γιατί δεν τα λογαριάζει κανείς ούτε γρόσι
θα πρέπει να το αφήσεις έξω του χωριού
να έρθεις με τα πόδια
…σε προσκαλούν οι άλλοι
κι αν σου πάρουν το μουστάκι με σπαθί
πες τους πως είσαι χωρικός
και δεν τους ανταγωνίζεσαι
εκτός αν δεν είναι κι εκείνοι ίδια ασυναγώνιστοι
και βρες στην ελιά που δεν θωρεί τη θάλασσα
κρυμμένη στο καρτέρι
στο τραγούδι του αρχικλέφταρου
ονείρου
που στην πήρε στα θέλγητρά του
μια νύχτα που ζήλευες τον εαυτό σου

*Από τον Τόμο “Νηρηίδες”.

Leave a comment