
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)
VII
Το σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην αυλὴ που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Τα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Εδώ χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιὰ παρατημένο το κίτρινο πουκάμισο της.
Εδώ χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφήγκας με τις πολλὲς πολεμίστρες,
στην ίδια ελιὰ το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ᾿ η φωνὴ του φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει απὸ πίσω σα σκυλὶ αμίλητο, πολὺ βασανισμένο,
πιστὸ σκυλὶ – τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον ύπνο σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.
Είναι μία σιγαλιὰ απὸ αχλάδια που μεγαλώνουνε στα σκέλια του καλοκαιριού
μία νύστα απὸ νερὸ που χαζεύει στις ρίζες της χαρουπιάς –
η άνοιξη έχει τρία ορφανὰ κοιμισμένα στην ποδιά της
έναν αϊτὸ μισοπεθαμένο στα μάτια της
και κει ψηλὰ πίσω απὸ το πευκόδασο
στεγνώνει…
View original post 980 more words