Η ΤΙΜΩΡΙΑ TOY ΤΑΡΤΟΥΦΟΥ
Μια μέρα, που ευτυχής πολύ, με γαντοφορεμένο
χέρι, κάτω απ’ το ράσο του, την ερωτύλα εξούσε
καρδιά του, φριχτά κίτρινος, και το φαφουτιασμένο
στόμα του, απαίσια γλυκερός, την πίστη του ξερνούσε,
μια μέρα, εκεί που πήγαινεν, “Oremus”, – ταπεινόν
άτομο τον εβούτηξε γερά απ’ τ’ άγιο αυτί του,
και λόγια λέοντας άσεμνα, αποσπούσε το σεμνό
μαύρο του ράσο γύρω από το κάθυγρο πετσί του.
Ξεκουμπωμένα, -δικαιοσύνη!- είχε όλα του τα ρούχα
και των κριμάτων το μακρύ καθώς ραγολογούσε
ροζάριο, εντός του, χλώμιασεν ο Άη Ταρτούφος! Γιούχα!
Ξομολογιότανε, λοιπόν, βραχνά παρακαλούσε,
μα ο τύπος τ’ άμφια τού ’βγαζεν αδιάφορος, σα μπούφος.
Από τα νύχια ως την κορφή τσιτσίδι, πφ! Ο Ταρτούφος.
***
Ο ΜΠΟΥΦΕΣ
Ένας αρχαίος, γλυπτός, μπουφές, δρύινος και σκοτεινός:
το ύφος επήρε το αγαθόν ανθρώπων γερασμένων.
Απ’ τη σκιά του αναδίνεται, όταν μένει ανοιχτός,
κάτι σαν κύμα από κρασί παλιό κ ευωδιασμένο.
Γιομάτος: ένα χάος σωστό απ’ αρχαίες παλιατσαρίες,
κίτρινα, εύοσμα ασπρόρρουχα, βελούδα, που παιδιά
ή γυναίκες, τα φόρεσαν, δαντέλλες για κυρίες
και σάρπες, όλο γυπαετούς, που φόραγε η γιαγιά.
Εδώ θα βρείτε μενταγιόν, τσουλούφια από μαλλιά
λευκά ή ξανθά, φωτογραφίες κι άνθη ξερά,
που το άρωμά τους έσμιξε το μύρο απ’ την οπώρα.
Μπουφέ παμπάλαιε, άλλου καιρού, ιστορίες ξέρεις πολλές,
κι όλες να τις πεις θά ’θελες, και θορυβείς την ώρα
που οι πόρτες σου αργά ανοίγουνε, σα χείλη, οι σκοτεινές.
*Μετάφραση: Άρης Δικταίος.
**Από το βιβλίο “Αρτύρ Ρεμπώ, Το Μεθυσμένο Καράβι”, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος”, στη Σειρά “Ξένη Ποίηση” Αρ. 10, Σεπτέμβρης 1997.
