Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Τρία ποιήματα

Η στάση

Η ψυχή και το σώμα αξεδιάλυτα.
Ακούμπησα το πρόσωπό μου στα γεννητικά σου όργανα
κι έβαλα το φαλλό σου στο στόμα μου.
Μεταξένια η υφή,
πάνσεπτη, ερεθιστική η μυρωδιά.
Αποθησαυρίζοντας όσα μοιραστήκαμε μέσα στα χρόνια,
το συναισθηματικό σου σύμπαν
ολοκληρωμένο, συμπυκνωμένο,
με ευγνωμοσύνη το απόθεσα,
το κατέθεσα στα γεννητικά σου όργανα.
Η ψυχή και το σώμα αξεδιάλυτα.

***

Άνθιζε

Χάθηκα στην ηφαιστειώδη ορμή του οργασμού
που μου έδωσες στον έρωτα.
Η ύπαρξή μου άρχισε να διαστέλλεται,
κάθε σημείο, κάθε πόρος στο δέρμα μου
άνοιγε, μπουμπούκιαζε κι άνθιζε.
Η λατρεία μου για σένα,
σαν κάτι παντοδύναμο κι άτρωτο,
συνεχώς ανατροφοδοτείται,
γιγαντώνει τη θέρμη.
Στο απόγειο του οργασμού,
κάθε πόρος στο δέρμα μου ολάνθιστος τόπος.

***

Ύψιστη τρυφερότητα

Φορούσα το λευκό μπουρνούζι
και μ’ έκλεισες στην αγκαλιά σου
-το σώμα μου ακόμα υγρό από το λούσιμο.
Το απαλό, ευωδιαστό ύφασμα από το μπουρνούζι,
καθώς με έσφιγγες
και το αισθανόμουν στο δέρμα μου,
έμοιαζε να ενσωματώνεται, να συμμετέχει,
να εμβαπτίζεται στην ύψιστη
τρυφερότητα της αγκαλιάς μας.

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2015 του περιοδικού ‘Ένεκεν”.

Leave a comment