Κούλα Αδαλόγλου, Δύο ποιήματα

Θέλει δε θέλει ο χρόνος

Από τον ιμάντα πήρα τις βαλίτσες
βγήκα στην αίθουσα αφίξεων
ήσουν τριών και με υποδέχθηκες.
Από τον ιμάντα παίρνεις τις βαλίτσες
βγαίνεις στην αίθουσα αφίξεων
είμαι πενήντα δύο και σε υποδέχομαι.
Θέλει δε θέλει ο χρόνος μίκρυνα
ένα παιδάκι.
Κλαίει ήσυχα και χώνεται στην αγκαλιά σου.

Κι όμως, να σου κι εσύ της διασποράς,
κεντρομόλο σ’ είχα στη σπιτική εστία.
Έφευγες λίγο μα ερχόσουν πάλι.
Έχασε η Ιθάκη το νόημά της.
Ιθάκη είναι τέρμα δεν είναι αφετηρία.

Και μια ανεξαρτησία που δεν ζήτησες, για μένα μιλάω,
είναι μοναξιά του κερατά.

***

Ράγισμα

Άρχισε να κλαίει, δεν θέλω να φύγουμε,
το πρόσωπό της χωμένο στα φουντωτά μαλλιά  της.

Μα εγώ πιότερο συμπόνεσα εκείνο το αγόρι
που έλεγε αστεία, τραγουδούσε , γελούσε παράξενα
κι όταν του είπαν «πάλι κλαίει»
δεν είναι εύκολο να είσαι μακριά απ’ τους δικούς σου ανθρώπους, απάντησε
μ’ ένα μικρό, τόσο δα, ράγισμα στη φωνή του.

*Από τη συλλογή “Οδυσσέας τρόπον τινα”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ.

Leave a comment