Ω! Μοναξιά, μοναδική συντρόφισσα
Ω! μοναξιά, μοναδική συντρόφισσα,
Ω! Μούσα εσύ του θαύματος που έδωσες
στη φωνή μου λόγο που εγώ δεν σου ζήτησα,
με ποιον μιλώ; Απάντησέ μου.
Μακριά από της γιορτής τη μασκαράτα,
τη θλίψη μου διασκεδάζω μόνος, χωρίς φίλο,
μαζί σου, αφέντρα με το καλυμμένο πρόσωπο,
πάντα κρυμμένη σαν μιλάς μαζί μου.
Σήμερα σκέφτομαι: αυτός που είμαι θα είμαι·
το βαρύ μου αίνιγμα δεν είναι αυτό το πρόσωπο
που μου παρουσιάζει ο καθρέφτης,
μα το μυστήριο της φωνής σου αγαπημένης.
Αποκάλυψέ μου το πρόσωπό σου για να δω
αν με ατενίζουνε τα διαμαντένια μάτια σου.
***
Ο θάνατος του λαβωμένου παιδιού
Ξανά η νύχτα… Είναι το σφυρί
του πυρετού στα επιδεμένα μελίγγια
του παιδιού. -Μάνα το κίτρινο πουλί!
Οι μαύρες και οι μενεξεδένιες πεταλούδες!
-Κοιμήσου, γιε μου. Και το χεράκι σφίγγει
τη μάνα του στο στήθος—, Ω! άνθος της φωτιάς!
Ποιος θα σε δροσίσει, ανθέ του αιμάτου, πες μου;
Μυρίζει λεβάντα το φτωχικό δωμάτιο.
Έξω λευκάζει η αυτάρεσκη σελήνη
το θόλο και τον πύργο της μαύρης πολιτείας.
Ένα αθέατο αεροπλάνο ζουζουνίζει.
—Κοιμάσαι, ω! γλυκέ ανθέ του αίματός μου;
Και η τζαμόπορτα του μπαλκονιού αντιλαλεί.
Ω, γλυκέ ανθέ μου κρύε, κρύε, κρύε, κρύε!
*Από το βιβλίο “Antonio Machado, Ποιήματα”, σε μετάφραση Ρήγα Καππάτου, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2009.
