Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα

1
Ασημολουσμένος και πάλι
Τ’ αγίου Ισαάκ ο ναός.
Τ’ άτι του Μεγάλου Πέτρου
Κρυώνει κι αυτό.

Αγέρας άγριος και πνιγηρός
Καπνιά σκορπάει απ’ τις καμινάδες.
Αχ! Η νέα μας πρωτεύουσα
Στον τσάρο δεν αρέσει.

2
Ήρεμα και σιγανά χτυπάει η καρδιά,
Όλα αυτά τα χρόνια!
Κάτω από τούτη την αψίδα
Οι σκιές μας θα μείνουν αιώνια.

Τα βλέφαρά μου χαμηλά
Μα βλέπω πως μαζί μου είσαι,
Στο χέρι σου για πάντα κρατάς
μια κλειστή δική μου βεντάλια.

Δίπλα σταθήκαμε μαζί
Στων θαυμάτων την ευτυχισμένη στιγμή
Την ώρα που πάνω από το Θερινό Κήπο
Ανέτειλε το ροδόχρωμο φεγγάρι.

Δεν θα περιμένω πια
Μες απ’ το μισητό το παραθύρι
Τις μελαγχολικές συναντήσεις
Που την αγάπη ξεδιψούν.

Είσαι ελεύθερος, όπως κι εγώ
Το αύριο καλύτερο θα είναι από το χθες, –
Πάνω από τον φουρτουνιασμένο Νέβα
Κάτω από το παγωμένο χαμόγελο
Του Αυτοκράτορα Πέτρου.

(1913)

***

Ξέρω, ξέρω τα παγοπέδιλα ξανά
Θα τρίξουνε πνιχτά.
Στο γαλανό τον ουρανό Σελήνη ερυθρά
Γλυκιά είν’ του λειμώνα η πλαγιά.

Λάμπουν τα παραθύρια στην αυλή
Εκεί μακριά στη σιωπή.
Μηδέ δρομάκι, μηδέ και μονοπάτι
Παρά μονάχα τρύπα σκοτεινή.

Νεράιδων δέντρο εσύ Ιτιά
Το δρόμο μη μου κόβεις!
Στα χιονισμένα σου κλαριά κουρούνες μαύρες
Κουρούνες μαύρες ξαποσταίνουν.

Οκτώβριος 1913
Τσάρσκογιε Σελό

*Από την ενότητα “Ποιήματα για την Πετρούπολη”, που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ροζάριο”. Μετάφραση: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Εκδόσεις Φίλντισι/Samizdat, 2012.

Leave a comment