ΚΑΤΑΣΑΡΚΑ
Φορώ κατάσαρκα
χειμώνα καλοκαίρι
φύλλα μπασμά από χέρσα χωράφια
κλαδιά που τα πελέκησε η πάχνη
κι άγρια κύματα καμπυλωτά
που φωλιάζουν
και μπολιάζουν τη ζωή μου.
***
ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
Κυλάει μέσα μου ποτάμι ορμητικό
κατεβάζοντας ρίζες βαθιές
παλιά σεντούκια
και μεγάλα δάκρυα λαμπερά
λόγια που ανατινάχτηκαν απ’ τη φοβέρα
χρώματα κι αρώματα που λησμονήθηκαν
μες στη μεγάλη λάμψη.
***
ΓΥΡΩ ΚΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ
Τρέχω
σκοντάφτω
γυρίζω
γύρω κι ανάμεσα και μέσα
-τίποτα-
τρέλα διάχυτη απλωμένη παντού
αντηχήσεις μέσα σε παλιοσίδερα
και πλεξιγκλάς.
***
ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΟΥ ΣΠΙΤΙ
Το παλιό μου σπίτι γέρνει τις νύχτες
αφουγκράζεται ψιθύρους φτερουγισμάτων
θυμάται φτώχεια και ξεριζωμούς
ξυπνά πρόσωπα που τα παγίδεψε η αντάρα
κι ολοένα προσπαθώ να κρατηθώ
καταγράφοντας ανέμους και θύελλες
που με πνίγουν.
***
ΜΑΚΑΡΙΟΙ
Αμνήμονες
χωρίς μούσα
χωρίς ιστία
μακάριοι αρμενίζουν
σέρνοντας γενεές
επαναλαμβάνοντας το όντως τίποτα.
Η Ιστορία γυμνή
πάντα ωραία
τους οικτίρει.
*Από τη συλλογή “Το αίμα μένει”, εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2016.
